Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Όχι άλλες ερωτήσεις




Ένας ψυχίατρος, συνάντησε έναν δάσκαλο Ζεν σε κάποιο κοινωνικό γεγονός.

Έτσι, είχε την ευκαιρία να τον ρωτήσει κάτι που καιρό τον απασχολούσε.

«Πως ακριβώς βοηθάς τους ανθρώπους;» τον ρώτησε.

«Με το να τους φτάνω εκεί που δεν έχουν να κάνουν άλλες ερωτήσεις»
απάντησε ο δάσκαλος.

Η βάρκα ( αληθινή ιστορία )

 Στο Σαν Ντιέγκο όπου ζω με την οικογένειά μου, συχνά κάνουμε κάμπινγκ σε ένα ινδιάνικο καταυλισμό. Το πιο δημοφιλές σπορ εκεί είναι να μπαίνεις μέσα στον άγριο ποταμό πάνω σε μια ατομική φουσκωτή βάρκα-σωσίβιο για να δεις πόσο μπορείς να επιβιώσεις. Μερικές φορές μπορεί να γίνεται λίγο τρομακτικό, αλλά γενικά είναι διασκεδαστικό και χαλαρωτικό.

Μια μέρα, ο Όστιν, ο ριψοκίνδυνος γιός μου, αποφάσισε να κατέβει με την βαρκούλα του έναν καταρράκτη ύψους  4 μέτρων.
Κρατώντας την αναπνοή μου τον παρακολουθούσα από μακριά,  έτοιμος να μαζέψω τα κομμάτια του. Στην πρώτη του κατάβαση χτυπήθηκε λίγο αλλά αμέσως μόλις τελείωσε γύρισε πίσω και άρχισε να σκαρφαλώνει για να ξανακατέβει τον καταρράκτη.

Ρίχνοντάς μου μια βιαστική ματιά, καθώς τον παρακολουθούσα με το στόμα ανοιχτό, με ρώτησε αν θέλω να  πάω κι εγώ μαζί του. Γύρο μου στεκόντουσαν κάμποσες νεαρές γυναίκες κι ο γιός μου ήξερε ότι η εικόνα μου ως αρσενικού ήταν αρκετά σημαντική για μένα ώστε να υποκύψω στην πρόκλησή του. Έτσι σκαρφάλωσα κι εγώ με την βαρκούλα μου στο μονοπάτι προσπαθώντας να δείξω ότι ήξερα τι έκανα.

Προχώρησα κάτω στον καταρράκτη και χτυπήθηκα πολύ περισσότερο απ’ ότι εκείνος. Αυτό είχε να κάνει με ένα νόμο της φυσικής που σχετίζεται με το βάρος των σωμάτων εν κινήσει, του οποίου δεν είχα πλήρη αντίληψη την δεδομένη στιγμή.
Λοιπόν, φανταστείτε την εικόνα: βρίσκομαι στη βάση του καταρράκτη προσπαθώντας να εντοπίσω το μαγιό μου, όταν κοιτάζω ψηλά και βλέπω τον Όστιν να πέφτει στον καταρράκτη χωρίς βάρκα!

Προτού προλάβω να το προειδοποιήσω με τη σοφία μου, εκείνος στέκεται άθικτος μπροστά μου φωνάζοντας: « Τέεελειοοοο! Δοκίμασέ το μπαμπά, είναι πολύ εύκολο!».
Θα πρέπει να με θεωρεί βλάκα. ( Εντάξει, έχει δίκιο). Λίγα λεπτά αργότερα, έχοντας δέσει τα κορδόνια του μαγιό μου, να’ μαι πάλι να κατεβαίνω τον καταρράκτη, χωρίς βάρκα αυτή τη φορά.
Προς μεγάλη μου έκπληξη, πραγματικά κατέβηκα τον καταρράκτη χωρίς καμιά προσπάθεια. Φαίνεται ότι τα βράχια πίσω από τον καταρράκτη ήταν σκεπασμένα με παχιά, γλιστερή άλγη που είχε σαν αποτέλεσμα να εξομαλύνει την πτώση. Αυτό δεν μπορούσε κανείς να το δει παρά μόνο αν έκανε την κατάβαση ακολουθώντας το κανάλι που είχε δη-μιουργήσει το νερό περνώντας από τους βράχους.


Το μάθημα που έμαθα ήταν το εξής: το να γαζωνόμαστε στην  «βάρκα» των πεποιθήσεών μας συχνά μας εμποδίζει να βρούμε τη ροή και το μονοπάτι της ελάχιστης αντίστασης.
Πέρασα την υπόλοιπη μέρα με το γιό μου κατεβαίνοντας τον καταρράκτη, ενώ οι άλλοι μας κοίταζαν έντρομοι προσπαθώντας απεγνωσμένα να κρατηθούν από τις δικές τους βάρκες. Ταρακουνιόντουσαν και πετάγονταν εδώ κι εκεί, χτυπημένοι και μωλωπισμένοι καθώς προσπαθούσαν να «κατακτήσουν» τους καταρράκτες γαντζωμένοι στις βάρκες τους, οι οποίες όπως νόμιζαν, αποτελούσαν την ασφάλειά τους.  Κουβαλούσαν μαζί τους τις ιδέες τους για τους κανόνες του Παιχνιδιού.
Ο γιός μου αποφάσισε να αλλάξει τις δικές του και να ακολουθήσει την φυσική ροή.

Ευχαριστώ για το μάθημα, Όστιν.

Steve Rother

« Η αφθονία καθορίζεται από αυτά που απολαμβάνουμε κι όχι από αυτά που έχουμε».


Κάθε φορά που προσπαθώ να «εξοικονομίσω» χρήματα, τα χάνω…


Κάθε φορά που προσπαθώ να κάνω εκπτώσεις στις επιθυμίες μου
 και να τις αντικαταστήσω με άλλες λιγότερο θελκτικές,
χάνω και όχι μόνο είμαι δυσαρεστημένη,
 αλλά αισθάνομαι ότι έχω προδώσει,
κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό μου.
Τόσο λίγο λοιπόν αξίζω;


Κι αντίθετα κάθε φορά που αποφασίζω ενδώσω στις προτροπές της εσωτερικής μου φωνής,
βρίσκομαι να αισθάνομαι απόλυτα ικανοποιημένη, όσο παράλογες κι εξωφρενικές κι αν είναι αυτές.


Εγκαταλείποντας τη « Βάρκα» της ασφάλειας
( οικονομικής, επαγγελματικής,αισθηματικής κλπ. )
 τότε και μόνο τότε μπορούμε να βρούμε αυτό που πραγματικά επιθυμούμε.
 Αυτό που τελικά μας αξίζει.
Και να ζήσουμε τα Όνειρα και το Πάθος μας.


Αλλά
Όχι στις εκπτώσεις.
Όχι στους συμβιβασμούς.


Ναι
Σ’ αυτό ακριβώς που θέλουμε!
Κι ούτε ένα χιλιοστό λιγότερο!!

Εγωισμός ή αγάπη άνευ όρων;



Στη ζωή μας άνθρωποι έρχονται και άνθρωποι φεύγουν.

Όταν η αναχώρηση γίνεται παρά τη θέλησή μας, αυτό πονάει. Όταν είναι επιλογή μας ή η συγκεκριμένη σχέση δεν είχε και μεγάλη σημασία για μας, μπορεί και να μην παρατηρήσουμε καν την αποχώρηση.

Πόσο διαρκεί το πέρασμα κάθε ανθρώπου από τη δική μας ζωή;
Και πόσο διαρκεί το πέρασμα  κάθε ανθρώπου από τη ζωή την ίδια;
Έχουμε μάθει να λέμε για κάποιον που «έφυγε» στα 90:  Α! αυτός έφυγε πλήρης ημερών ενώ για κάποιον που «έφυγε» στα 5 ή στα 20 για παράδειγμα: Α! αυτός έφυγε πρόωρα.
Αλήθεια τι είναι εκείνο που ορίζει το πρόωρο από το προχωρημένο; Οι στατιστικές για τους μέσους όρους ζωής;
Και τελικά ποια είναι η ουσία;
Το πόσα χρόνια κάποιος έζησε ή το πώς έζησε αυτά τα χρόνια;
Η ποσότητα ή η ποιότητα;
Αν και πολλοί θα βιάζονταν να απαντήσουν « η ποιότητα» στην πραγματικότητα θα επέλεγαν την ποσότητα μια και η ποιότητα θέλει κότσια και υπερβάσεις.


Όταν κάποιος έρχεται και φεύγει από τη ζωή μας το θεωρούμε άδικο. «Γιατί να φύγει, γιατί να μην μείνει περισσότερο», αναρωτιόμαστε. ( Ο νους μας βρίσκει τον τρόπο να μας παίζει πολλά παιχνίδια όταν μας βρίσκει μπόσικους… ).

 Δε θυμόμαστε τότεή μάλλον δε θέλουμε να θυμόμαστεότι κάποτε αυτός που τώρα έφυγε, δεν υπήρχε καν στη ζωή μας.  Δε γεννηθήκαμε μαζί, ήρθε αργότερα.  Άραγε τότε που ήρθε θεωρήσαμε την άφιξή του ως δώρο κι ευλογία ή ως δεδομένο; ( ως δεδομένο ορίζεται εκείνο που όταν το αποκτάμε όχι μόνο πιστεύουμε ότι δικαιωματικά μας ανήκει, αλλά και ότι θα το έχουμε για πάντα. Έτσι όταν το χάσουμε, θυμώνουμε και θεωρούμε τον εαυτό μας αδικημένο….).

Τελικά επιτρέπουμε σεκείνους που αγαπάμε να ορίσουν τη ζωή και τον θάνατό τους;
Ή, η με όρους αγάπη μας, επιμένει ότι «θα έπρεπε να γίνει αλλιώς»; 

Για ποιόν κλαίμε όταν φεύγει εκείνος που αγαπάμε;
Για κείνον ή για μας;

Για όσους  πιστεύουν ότι ο θάνατος δεν υπάρχει κι ότι η ουσία μας είναι ασύγκριτα ευρύτερη από την πεπερασμένη διάρκεια μιας ενσάρκωσης, όσοι πιστεύουν ότι ο λεγόμενος θάνατος είναι μια πύλη απεριόριστης δημιουργικότητας, απείρως μεγαλύτερης ελευθερίας και αγάπης κι ότι ο αποχωρισμός είναι μόνο προσωρινός, πόσο νόημα έχει ο θρήνος; Ο δικός μας άνθρωπος είναι ευτυχισμένος εκεί που βρίσκεται.



Οπότε γιατί κλαίμε;                                                      
Μήπως γιαυτό το:  «Θα έπρεπε να γίνει αλλιώς»;
Πόση αποδοχή υπάρχει σαυτή την φράση;

Σόλη μας τη ζωή προσπαθούμε να ελέγξουμε το καθετί και τον καθένα γύρο μας γιατί αυτό μας προσφέρει ασφάλεια.
Είναι όμως έτσι; Ο φαινομενικός έλεγχος της υλικής πραγματικότητας γύρο μας μπορεί να μας προσφέρει αληθινή ασφάλεια;
Κι αν όχι, τότε, που βρίσκεται η αληθινή ασφάλεια;

Μάλλον εκεί που βρίσκεται και καθετί άλλο: μέσα μας.  Όπως εκεί  βρίσκεται και η αποδοχη και η γαλήνη που δεν επηρεάζονται  από τις εξωτερικές αλλαγές.
Και μήπως τελικά κλαίμε λόγω έλλειψης αποδοχής; Σαν τα μικρά παιδιά που τους πήραν από τα χέρια το αγαπημένο τους παιχνίδι;
Και στην τελική τι σημαίνει «αγαπώ πραγματικά κάποιον»; Τον κρατάω κοντά μου με κάθε τρόπο ή τον αφήνω να φύγειό,τι κι αν αυτό εμπεριέχεικαι χαίρομαι μέσα από την καρδιά μου γιατί εκείνος είναι καλά εκεί που βρίσκεται;
Κλαίμε για κείνον ή για μας;
Ποια είναι η διαφορά του εγωισμού και της άνευ όρων αγάπης;



                                                                                 Απο καρδιάς